Ψευδάργυρος: Ανεπάρκεια και κλινικές εκδηλώσειςΗ ανεπάρκεια ψευδαργύρου στον ορό μπορεί να προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων, που επηρεάζουν πολλά συστήματα του οργανισμού. Στο γαστρεντερικό σύστημα συναντώνται συμπτώματα όπως η δυσγευσία (διαταραχή της αίσθησης της γεύσης), η ανορεξία και η απώλεια όρεξης. Δερματολογικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν την αλωπεκία και τη δερματίτιδα, ενώ παρατηρούνται επίσης καθυστέρηση στην επούλωση τραυμάτων και υπογοναδισμός στους άνδρες. Για τους ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο (ΧΗΝ), ιδιαίτερη σημασία έχουν οι επιπτώσεις στην κυτταρική ανοσολογική λειτουργία, στη ρύθμιση της απόπτωσης καθώς και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, καθώς οι διαταραχές αυτές μπορούν να επιδεινώσουν την πορεία της νόσου. Έχει τεκμηριωθεί στη γενικότερη κλινική πράξη ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ επιπέδων ψευδαργύρου στο πλάσμα και βαρύτητας των συμπτωμάτων: επίπεδα μεταξύ 50–70 μg/dL συνδέονται με ήπια συμπτώματα, ενώ τιμές κάτω από 50 μg/dL σχετίζονται με σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις. Οι περισσότερες από αυτές τις εκδηλώσεις είναι καλά περιγεγραμμένες και σε ασθενείς με ΧΗΝ. Ωστόσο, η ακρίβεια της μέτρησης του ψευδαργύρου στον ορό παραμένει αμφιλεγόμενη, καθώς η φλεγμονή και η υποαλβουμιναιμία μπορούν να μειώσουν τεχνητά τα μετρούμενα επίπεδα. Επιπλέον, ο ψευδάργυρος ασκεί τις κύριες φυσιολογικές του δράσεις ενδοκυτταρικά και μόνο ένα μικρό ποσοστό της συνολικής ποσότητας του οργανισμού βρίσκεται μετρήσιμο στο πλάσμα. Παρ’ όλα αυτά, έρευνες έχουν δείξει ότι οι μειώσεις του ψευδαργύρου στον ηπατικό ιστό και στα κύτταρα του αίματος συνήθως συμβαδίζουν με τις μειώσεις στα επίπεδα του ορού σε διάφορες ηπατικές νόσους. Έτσι, ακόμα και αν η μέτρηση δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, η συνύπαρξη χαμηλής αλβουμίνης και χαμηλού ψευδαργύρου σηματοδοτεί σοβαρή διαταραχή στη μεταφορά του ιχνοστοιχείου ανάμεσα στα κύτταρα, μια διαδικασία που υπό φυσιολογικές συνθήκες ρυθμίζεται με ακρίβεια από τον οργανισμό. Ανεπάρκεια ψευδαργύρου και χρόνια ηπατική νόσος Το ήπαρ αποτελεί το βασικό όργανο που ρυθμίζει την ομοιόσταση του ψευδαργύρου, συμμετέχοντας ενεργά στον μεταβολισμό του. Η ανεπάρκεια ψευδαργύρου έχει περιγραφεί εκτενώς σε ασθενείς με ΧΗΝ, με αναφορές που χρονολογούνται ήδη από τη δεκαετία του 1950, όταν παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά μεταβολές στην ομοιόσταση του ιχνοστοιχείου σε αυτή την κατηγορία ασθενών. Έκτοτε, πολλές μελέτες και ανασκοπήσεις έχουν αναδείξει τη σημασία του ψευδαργύρου και την ανάγκη πιθανής συμπληρωματικής χορήγησής του σε ασθενείς με κίρρωση. Η σοβαρότητα της ανεπάρκειας ψευδαργύρου φαίνεται να αυξάνει αναλογικά με την πρόοδο της ηπατικής νόσου, αντικατοπτρίζοντας μάλιστα τον βαθμό της ίνωσης. Επίσης, η ανεπάρκεια παρατηρείται με μεγαλύτερη συχνότητα σε συγκεκριμένες αιτιολογίες ΧΗΝ, όπως η χρόνια ηπατίτιδα C, οι χολοστατικές ηπατοπάθειες και η αλκοολική ηπατοπάθεια. Ωστόσο, οι υπάρχουσες μελέτες δεν έχουν καταλήξει ακόμη στο αν η συμπληρωματική χορήγηση ψευδαργύρου οδηγεί σε σαφή βελτίωση των κλινικών εκβάσεων σε ασθενείς με διαφορετική υποκείμενη αιτιολογία. Οι μηχανισμοί που οδηγούν σε ανεπάρκεια ψευδαργύρου στους κιρρωτικούς ασθενείς είναι πολλαπλοί: Μειωμένη διατροφική πρόσληψη, λόγω ανορεξίας ή περιορισμών στη δίαιτα. Αυξημένη ηπατική χρήση, εξαιτίας των μεταβολικών αναγκών που δημιουργεί η προχωρημένη ίνωση. Αυξημένες ουρικές απώλειες, οι οποίες παρατηρούνται συχνά. Επιπλέον, η χαμηλή αλβουμίνη, συχνό εύρημα στη ΧΗΝ λόγω κακής θρέψης, κατακράτησης υγρών και φλεγμονής, συμβάλλει σε μείωση των μετρούμενων επιπέδων ψευδαργύρου, δεδομένου ότι περίπου το 80% του ψευδαργύρου στο πλάσμα μεταφέρεται μέσω της αλβουμίνης. Με την πρόοδο της ηπατικής βλάβης και της ανεπάρκειας ψευδαργύρου, οι διαταραχές στον μεταβολισμό του αζώτου γίνονται πιο έντονες. Η μειωμένη ικανότητα του ήπατος να μεταβολίζει την αμμωνία μέσω του κύκλου της ουρίας αναγκάζει τον οργανισμό να καταφεύγει στο σκελετικό μυ, όπου η αποτοξίνωση γίνεται μέσω του ενζύμου γλουταμίνη-συνθετάση. Η διαδικασία αυτή όμως απαιτεί διακλαδισμένα αμινοξέα (BCAA), τα οποία έτσι καταναλώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: από τη μία, εξαντλούνται τα BCAA που είναι απαραίτητα για τη σύνθεση πρωτεϊνών και τη σηματοδότηση μεταβολικών οδών, και από την άλλη μειώνεται περαιτέρω η παραγωγή αλβουμίνης, επιδεινώνοντας το φαύλο κύκλο της ανεπάρκειας. Πηγή: Ashley Bloom, Stephen Bloom, Hannah Silva, Amanda J. Nicoll, Rohit Sawhney- Annals of Hepatology Volume 25, November–December 2021, 100549 |







